βαρβάρου

βαρβάρου
βάρβαρος
barbarous
masc/fem/neut gen sg
βαρβαρόομαι
pres imperat act 2nd sg
βαρβαρόομαι
imperf ind act 3rd sg (homeric ionic)
βαρβαρόω
make barbarous
pres imperat act 2nd sg
βαρβαρόω
make barbarous
imperf ind act 3rd sg (homeric ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • BARIGENA seu BARGINNA — BARIGENA, seu BARGINNA in Glossis Latino Graecis νεκροφόρος, Βάρβαρος, προσφώνησις βαρβάρου, Vespillo, barbarus, acclamatio barbari. Quae verba sic accipit cum Cuiacio ad Nov. 43. Iustiniani, Car. du Fresne, ut existimet, Barginas fuisse barbaros …   Hofmann J. Lexicon universale

  • HOLOSERICA Vestis — primo Romanorum Heliogabalo in usu fuit. Unde Spartian. de illo ait, Primum Rom. serciam vestem, i. e. hosolericam, cum antea subserica in usu esset, in qua stamen ex lino, subtemen sericum erat, induisse. De eadem Vopisc. in Aurel. Vestem… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SERICA Vestis — bombycum opus, in omni Anni tempore, usum habet. In astu magno, ob levitatem, accommodatissima rafetata: in minori, ormesina. Hieme conducunt felpa et velutum: quorum utrumque pondere suô et villis calefacit. Vere et Autumnô laudatur rasa, quae… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • βάνδαλος — ο 1. εκείνος που ανήκει στο βανδαλικό έθνος 2. αγροίκος, ακαλαίσθητος, που καταστρέφει έργα τέχνης, βάρβαρος. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στα Ελληνικά ξεν. όρου πρβλ. αγγλ. Vandal < λατ. Vandalus < (γερμ.) *Wandaĭ «Βάνδαλος». Οι Βάνδαλοι, γερμανικός… …   Dictionary of Greek

  • βαρβαρότητα — η (Μ βαρθαρότης) η ιδιότητα του βαρβάρου νεοελλ. συμπεριφορά ή ενέργεια που αρμόζει σε βαρβάρους …   Dictionary of Greek

  • καρπίζω — (I) (Α καρπίζω) [καρπός (Ι)] μέσ. καρπίζομαι (σχετικά με φήμη, δόξα, κύρος) αποκτώ, έχω («δόξαν ἐσθλὴν ἐν βροτοῑς καρπίζεται», Ευρ.) νεοελλ. 1. παράγω ή σχηματίζω καρπό, καρποφορώ 2. φέρω αποτέλεσμα 3. κάνω κάτι να καρποφορήσει αρχ. 1. (ενεργ.… …   Dictionary of Greek

  • ληίζομαι — ληΐζομαι (AM, Α σπαν. και ενεργ. ληΐζω, επικ. και ιων. τ. λεΐζομαι, αττ. τ. λήζομαι) (ενεργ. και συν. μέσ.) λαφυραγωγώ, λεηλατώ, ληστεύω, διαρπάζω, ερημώνω με επιδρομή (α. «τὴν πολεμίαν ληΐσοντας», Θεοφύλ. Σ. β. «ἐλῄζοντο δὲ καὶ κατ ἤπειρον… …   Dictionary of Greek

  • μακράν — (AM μακράν, Α ιων. τ. μακρήν, Μ και μακρά) επίρρ. σε μεγάλη τοπική ή χρονική απόσταση, μακριά (α. «μακρὰν γὰρ βαρβάρου ναίει χθονός», Ευρ. β. «ἐπεὶ τἄν οὐ μακρὰν ἔζων ἐγώ», Σοφ.) νεοελλ. έξω, εκτός μσν. φρ. «πάγω μακρά» αργώ, καθυστερώ (αρχ. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • πολιτισμός — Με το γενικό όρο «πολιτισμός» στη γλώσσα μας υποδηλώνονται δύο έννοιες, για τις οποίες οι άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες διαθέτουν ξεχωριστούς όρους:civilisationκαι culture. Αλλά κι εκεί, παρότι οι όροι είναι διαχωρισμένοι, τα όρια των δύο εννοιών δεν… …   Dictionary of Greek

  • προσδόκιμος — ον, Α αυτός τον οποίο περιμένει κάποιος, ο αναμενόμενος (α. «προσδόκιμος ὁ θάνατος», Ιπποκρ. β. «τοῡ βαρβάρου προσδοκίμου ὄντος», Θουκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < προσδοκία + κατάλ. ιμος (πρβλ. ευδόκ ιμος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”